Δευτέρα, 13 Ιουνίου 2011

...Ισμήνη...


«... Η κατάθλιψη είναι επιλογή. Αν επιλέξεις να είσαι καλά θα είσαι καλά. Αλλά όχι αυτή είναι η δύσκολη επιλογή. Εσύ προτιμάς να κλείνεσαι στο καβούκι σου σαν μικρή χελώνα που φοβάται να αντικρίσει το φως του ήλιου. Έλα όμως που ακόμα και οι χελωνίτσες κάποια στιγμή το παίρνουν απόφαση και βγάζουν έξω το κεφάλι. Βλέπουν τον ήλιο, τη θάλασσα, τα δέντρα και συνειδητοποιούν πόσα πράγματα υπάρχουν πέρα από το σκοτεινό τους καβούκι. Τότε συναντούν και τις άλλες χελώνες και προχωρούν μαζί. Εσύ όχι… ‘Oλο βρίσκεις δικαιολογίες και δεν το κουνάς από δω. Δεν σε νοιάζει αν έξω ξημερώνει, αν βρέχει, αν έχει λαϊκή, αν έπιασε κάπου φωτιά, αν έχασες άλλο ένα ηλιοβασίλεμα. Τόσο σου άρεσαν τα ηλιοβασιλέματα. Θυμάσαι; Που να θυμάσαι... Αν μπορούσες μόνο να θυμηθείς, τώρα δεν θα ήσουν εδώ»

Τον τελευταίο χρόνο η συζήτηση της Ισμήνης με τον εαυτό της ήταν και ο μόνος διάλογος που έκανε μέσα σε αυτό το σπίτι! Είχε απομονωθεί. Απομακρύνθηκε απο φίλους και συγγενείς. Ναι, δεν ήταν καλά και δεν μπορούσε να το κρύψει. Έτσι επέλεξε την απομόνωση απο τον οίκτο των γύρω της. Μόνη της έξοδος μια φορά την βδομάδα το ραντεβού στον ψυχολόγο κι αυτό, γιατί το υποσχέθηκε στην μαμά της και δεν μπορούσε να κάνει και κοπάνα. Βλέπεις η Ελπίδα, η ψυχολόγος, ήταν κόρη μιας φίλης της μαμάς και δεν είχε επιλογή.  Εντάξει, δεν πήγαινε και με το ζόρι. Η αλήθεια είναι οτι την συμπάθησε πολύ, γι αυτό παραμένει πιστή σε αυτήν δυο μήνες τώρα. Τους προηγούμενους πέντε ψυχολόγους που άλλαξε τους έδινε μόνο μια ευκαιρία. Ένα ραντεβού, αν δεν της έκαναν δεν πήγαινε ποτέ στο δεύτερο. Η Ελπίδα, ήταν πολύ γλυκός άνθρωπος, πρέπει να είχαν πάνω κάτω την ίδια ηλικία και η ώρα που περνούσε εκεί ήταν όσο ευχάριστη γίνεται στην κατάσταση της.

Τώρα αν της έκανε καλό ή όχι άλλη ιστορία. Βαθιά μέσα της ήθελε να πιστεύει οτι την βοηθούσε. Αμ μη τι άλλο μιλούσε σε κάποιον πέρα απο τον εαυτό της. Είχε ακόμα δρόμο, η άρνησή της για οτιδήποτε καινούργιο δεν της πέρασε, έκανε όμως βήματα μπροστά δεν έκανε;

«... Μωρέ σε όσους ψυχολόγους και να πας δεν πρόκειται να γίνεις καλά. Το ακούς; Αφού δεν θέλεις να βοηθήσεις τον εαυτό σου. Παραμυθιάζεις τους άλλους μπας και σ’ αφήσουν ήσυχη. Τάχα προσπαθείς. Σκατά προσπάθεια κάνεις. Όλη μέρα κλεισμένη εδώ μέσα. Κοίτα πως κατάντησες. Κοίτα...!»

Η Ισμήνη κοίταξε τον εαυτό της στον καθρέφτη και τρόμαξε. Το είδωλό της, της χαμογέλασε με μια δόση ειρωνείας. Κάτι της θύμιζε αυτό το ύφος και αυτό το χαμόγελο. Αλλά όχι, όχι δεν ήταν η Ισμήνη, δεν μπορούσε να είναι η Ισμήνη. Αυτό το πλάσμα είχε ένα μακρόστενο πράμα για κεφάλι, δύο μεγάλες βούλες για μάτια και μια σχισμή που δήλωνε το στόμα. Οι δύο βούλες άρχισαν να αιμορραγούν. Ανατρίχιασε.

«Έλα πως κάνεις έτσι. Η μιζέρια δεν θέλει προσπάθεια, την έχεις. Εσύ επέλεξες την κατάντια σου. Μην κάνεις τώρα πως δεν θυμάσαι. Οι δυο μας είμαστε και εμένα δεν μπορείς να μου κρυφτείς...»
Μαζεύτηκε στο πάτωμα, δίπλα στο παλιό ινδικό μπαούλο. Ήταν οτι της είχε απομείνει από τον άντρα της ή καλύτερα από τον πρώην άντρα της. Αύριο έβγαινε το διαζύγιο. Ανήμερα των γενεθλίων της. Ωραίο δώρο. Τριάντα, χωρισμένη και άτεκνη. Πυροβολείστε την αμαρτωλή!

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Η δική μου Πιτσού...

Όταν έφευγα για σπουδές μου ευχήθηκε να βρω έναν Καλαμαρά και να μείνω Ελλάδα. Ήξερε πως η Κύπρος δε με χωράει.  Στις εγκυμοσύνες μου, μο...